Στουρνάρας: Πως θα εμπιστευτούν οι ξένοι επενδυτές την Ελλάδα

Σε πρόσφατη ομιλία του ο κεντρικός τραπεζίτης σημείωσε ότι η οικονομική πολιτική θα πρέπει να επικεντρωθεί στα εξής:

Δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ), τα οποία περιορίζουν την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξη. Oι τράπεζες θα πρέπει να διευκολύνουν την αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εκκαθάριση των μη βιώσιμων επιχειρήσεων.

Το προσεχές διάστημα θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη μείωση των ΜΕΑ μέσω πωλήσεων δανείων, τιτλοποιήσεων, ρευστοποίησης εξασφαλίσεων και επιτυχών ρυθμίσεων δανείων. Για να επιτευχθεί όμως ταχύτερη αποκλιμάκωση του υπολοίπου των ΜΕΑ, προκειμένου να υπάρξει σύγκλιση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2021 ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο 3,5%, θα πρέπει να εξεταστούν και πρόσθετες, πέραν των προσπαθειών των ίδιων των τραπεζών, συστημικές λύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος στην πρόσφατη Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, παρουσίασε την πρότασή της για τη δημιουργία Εταιρίας Ειδικού Σκοπού (SPV) για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με χρήση μέρους των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων.

Εφαρμογή των συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η ανατροπή συμφωνημένων πολιτικών, η οποία δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την οικονομία και παράλληλα υπονομεύει την αξιοπιστία της ασκούμενης πολιτικής. Παράλληλα, απαιτείται η έγκαιρη ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων-δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που έχει στην κατοχή του το Ευρωσύστημα (SMP και ANFA). Κάτι τέτοιο θα έχει θετική επίδραση στην προσπάθεια για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει την παραγωγικότητα και την απασχόληση και βελτιώνει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Βελτίωση της ποιότητας και διασφάλιση της ανεξαρτησίας των θεσμών, και έμφαση στο κράτος δικαίου. Η ορθή λειτουργία των ανεξάρτητων θεσμών έχει, σύμφωνα με την εμπειρία, μεγάλη σημασία για την οικονομική ανάπτυξη, και επιτρέπει στις χώρες να αντεπεξέρχονται σε σημαντικές προκλήσεις, επειδή επηρεάζουν θετικά τα κίνητρα των ιδιωτών και των επιχειρήσεων να επενδύουν σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, σε τεχνολογία και στην οργάνωση της παραγωγής. Έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι σε χώρες με ισχυρούς, ανεξάρτητους θεσμούς και ισχυρό κράτος δικαίου που εμπνέει σεβασμό, ενισχύεται η εμπιστοσύνη και προάγονται, οικονομικά και κοινωνικά, ωφέλιμες λύσεις.

Υιοθέτηση ενός μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής που θα είναι φιλικότερο προς την ανάπτυξη. Οι υψηλοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα που έχουν αποφασιστεί στο πλαίσιο της συμφωνίας του Eurogroup, τον Ιούνιο του 2018, για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, περιορίζουν τους ιδιωτικούς πόρους που είναι διαθέσιμοι για πραγματικές επενδύσεις και οδηγούν σε παραγκωνισμό του ιδιωτικού από το δημόσιο τομέα, με αποτέλεσμα να επιβραδύνουν την οικονομική ανάκαμψη. Η υπερβολική εξάρτηση από τους φόρους αποτελεί αντικίνητρο για την εργασία και τις νέες επενδύσεις ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τη στροφή των δραστηριοτήτων προς την παραοικονομία και παρέχει κίνητρα για φοροδιαφυγή.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην περικοπή των μη-παραγωγικών δημοσίων δαπανών, ενδεχομένως μέσω της εξέτασης δημιουργίας σχημάτων σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και της αύξησης της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα, καθώς και μέσω της βελτίωσης της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κυρίως μέσω μιας σύγχρονης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης.

Ενίσχυση του “τριγώνου της γνώσης”, δηλαδή της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάχυση της τεχνολογίας, την επαφή της ερευνητικής και πανεπιστημιακής κοινότητας με τις επιχειρήσεις και, τελικώς, ενισχύουν την επιχειρηματικότητα.

Υποστήριξη των μακροχρόνια ανέργων. Είναι σημαντικό να δοθεί άμεση στήριξη στους ανέργους και σε όσους έχουν οριακή σύνδεση με την αγορά εργασίας μέσω της εφαρμογής ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης και μέσω στοχευμένων κοινωνικών μεταβιβάσεων με σκοπό την αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος και τη μείωση του χρόνου παραμονής στην ανεργία.

Παράλληλα, πρέπει να δοθεί έμφαση στις πολιτικές αναβάθμισης δεξιοτήτων και επανεκπαίδευσης. Επίσης, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας θα μπορούσε να βελτιωθεί με πολιτικές που ενθαρρύνουν την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών.

Διατήρηση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας. Κάθε ρυθμιστική παρέμβαση για την προστασία των εργαζομένων πρέπει να διαφυλάξει την ευελιξία της αγοράς εργασίας και να μην θέσει σε κίνδυνο τη σταδιακή υποχώρηση της ανεργίας και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, η υπό διαβούλευση πρόταση για αύξηση των κατώτατων μισθών πρέπει να συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, έτσι ώστε να διασφαλίσει τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και τη μείωση του ποσοστού ανεργίας.

Τα ανωτέρω θα συμβάλουν και στη διατηρήσιμη ανάπτυξη μέσω της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων οι οποίες υποχώρησαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ, με έμφαση στις πιο παραγωγικές και εξωστρεφείς επιχειρηματικές επενδύσεις, ώστε να αποφευχθούν τα λεγόμενα “φαινόμενα υστέρησης” και να δοθεί ώθηση στο μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Η βελτίωση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται σταδιακά να ενισχύσουν τον τραπεζικό δανεισμό που παραδοσιακά αποτελεί βασική πηγή άντλησης κεφαλαίων κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Πέραν όμως όλων αυτών, είναι επιτακτικά αναγκαία μια πολιτική προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, καθώς η εγχώρια αποταμίευση (περίπου 10% του ΑΕΠ) δεν επαρκεί να καλύψει τις αναγκαίες επενδύσεις (περίπου 20% του ΑΕΠ), προκειμένου να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης τα αμέσως επόμενα χρόνια που το παραγωγικό κενό της οικονομίας παραμένει ακόμη αρνητικό λόγω της μακροχρόνιας ύφεσης που προηγήθηκε.

Οι ξένες άμεσες επενδύσεις, πέραν του ότι συμβάλλουν στη μείωση του κενού μεταξύ εγχώριων αποταμιεύσεων και αναγκαίων επενδύσεων, προάγουν στενότερους εμπορικούς δεσμούς με χώρες και επιχειρήσεις με τεχνολογίες αιχμής και διευκολύνουν τη συμμετοχή σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Κάτι τέτοιο θα αυξήσει την εξωστρέφεια και θα βελτιώσει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αυτό με τη σειρά του θα επιταχύνει την ανακατανομή παραγωγικών πόρων προς τις εξαγωγές και θα αυξήσει το μακροπρόθεσμο δυνητικό προϊόν της χώρας.

Για να προσελκύσει η χώρα ξένες άμεσες επενδύσεις, θα πρέπει να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις και να δοθεί έμφαση στην άρση σημαντικών αντικινήτρων, όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια και αστάθεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών καθώς και οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων.

Πηγή: Capital.gr

Σχολιάστε:

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial

Γίνε συνδρομητής στο κανάλι μας στο Youtube !